Mark Hadjipateras – Borderline

Mark Hadjipateras, in this, his most austere exhibition in terms of quantity, color and form, presents for the first time seven new unusually large sculptures and one large monoprint. Ever the assembler and re-assembler, for this new body of work, the artist has revisited some of his earlier projects and mediums, harvesting elements and body parts like a genetic engineer to create a new species. Whether two-dimensional, three-dimensional or environmental, Hadjipateras’ enterprise is constructed out of free associations between form and content.
Over the approximately 25-year span of Hadjipateras’ career, we have seen a civilization emerge and evolve much the same way as human cultures have done on earth over the millennia. Likewise, Hadjipateras’ world includes inhabitants as well as landscape and architecture, all of which are the product of evolution, mutation, natural selection, and cross-cultural influences. His fascination with nature and culture encompasses not only a fusion of what does exist or has existed in the past across the world, but also extends to fantasy realms and what could exist in places yet to be discovered or created. The seven tall monochrome black sculptures occupy the white room alone, looming over the viewers, extending into space, balancing precariously upon themselves and their bases. They are the offspring of a mating between Hadjipateras’ “City Dwellers” – themselves a hybrid bio-industrial race – and his geometric constructions (“Sections,” “Bittersweets”). Mingled and grafted from the artist’s personal population of idiosyncratic forms, they unfold in space like spontaneous mutations that defy identification – and in some cases gravity. Some are more organic, others more constructivist; all are equally familiar and equally alien. In part and in whole they call to mind body parts and physical feats, machine components, household objects, building materials, cartoon figures, toys, ancient mythology, as well as futuristic sea and space travel.
Although these sculptures are imposing in terms of their color, scale and movement in space, they also appear vulnerable as they maintain their fragile equilibrium, posing a dichotomy that simultaneously affirms and challenges their force. To add to their inscrutability, their matte pitch surface absorbs the ambient light in a contraction of softness and strength. But finally, as in all of Hadjipateras’ work, despite the impenetrable surface and height of these sculptures, the sense of whimsy, humor and a general eccentricity is always there to tantalize the viewer.
Andrea Gilbert, Art Critic

Mark Hadjipateras – Borderline


Ο Μαρκ Χατζηπατέρας, σε μια έκθεση πιο λιτή όσον αφορά τον αριθμό, το χρώμα και τη φόρμα των έργων, παρουσιάζει για πρώτη φορά επτά ασυνήθιστα μεγάλα γλυπτά και μία μονοτυπία.
Ο καλλιτέχνης, ο οποίος συνηθίζει να συναρμολογεί και να από-συναρμολογεί τα έργα του, γι’ αυτή την καινούρια ενότητα δουλειάς επανήλθε σε παλαιοτέρα έργα  και μέσα, συγκομίζοντας  στοιχεία και μέλη σωμάτων, σαν επιστήμονας γενετιστής που δημιουργεί ένα νέο είδος . Το εγχείρημα του Χατζηπατέρα, έργα δυσδιάστατα, τρισδιάστατα, ή περιβαλλοντικά, κατασκευάζεται μέσω ελευθέρων συνειρμών μεταξύ φόρμας και περιεχομένου.
Στη διάρκεια της εικοσιπενταετούς καριέρας του Χατζηπατέρα, είδαμε έναν πολιτισμό να αναδύεται και να εξελίσσεται, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπινους πολιτισμούς στον πλανήτη μας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Με τον ίδιο τρόπο, ο κόσμος του εμπεριέχει  κατοίκους, τοπία και αρχιτεκτονήματα, τα οποία είναι όλα αποτέλεσμα εξέλιξης, μετάλλαξης, φυσικής επιλογής και διαπολιτισμικών επιρροών. Η έλξη που ασκούν πάντοτε επάνω του η φύση και ο πολιτισμός, περικλείει όχι μόνο τη συγχώνευση όσων υπάρχουν ή υπήρξαν  στο παρελθόν, αλλά επεκτείνεται σε φανταστικούς κόσμους και σε όσα θα μπορούσαν να υπάρχουν σε τόπους που δεν έχουν ανακαλυφθεί ή δημιουργηθεί ακόμα.
Τα επτά ψηλά μαύρα μονόχρωμα γλυπτά καταλαμβάνουν τη λευκή αίθουσα μόνα τους, δεσπόζουν πάνω στους θεατές και επεκτείνονται στον χώρο, ισορροπώντας οριακά πάνω στα μέλη και τις βάσεις τους. Είναι οι απόγονοι του ζευγαρώματος των “City Dwellers” του Χατζηπατέρα – οι οποίοι με τη σειρά τους είναι μια υβριδική βιο-μηχανική φυλή – με τις γεωμετρικές κατασκευές του (“Sections,” “Bittersweets”). Τα έργα, ενωμένα και μπολιασμένα από πληθώρα προσωπικών, ιδιόρρυθμων μορφών του καλλιτέχνη, ξεδιπλώνονται στο χώρο σαν αυθόρμητες μεταλλάξεις που αντιστέκονται σε κάθε προσδιορισμό ταυτότητας – και σε μερικές περιπτώσεις, αψηφούν ακόμα και τη βαρύτητα. Κάποια είναι πιο οργανικά, άλλα πιο κονστρουκτιβιστικά. Όλα ωστόσο είναι εξίσου οικεία και εξίσου απόκοσμα. Εν μέρει και στο σύνολό τους, επικαλούνται μέλη σωμάτων , άθλους , μηχανικά εξαρτήματα, οικιακά αντικείμενα , οικοδομικά υλικά, φιγούρες καρτούν, παιδικά παιχνίδια, μυθικούς ήρωες  καθώς και φουτουριστικά θαλάσσια και διαστημικά ταξίδια.
Παρότι τα γλυπτά είναι επιβλητικά από άποψη χρώματος, κλίμακας και κίνησης στο χώρο, προβάλλονται  επίσης ευάλωτα καθώς διατηρούν την εύθραυστη ισορροπία τους,   συγχρόνως  επιβεβαιώνοντας  και  αμφισβητώντας τη δύναμή τους. Επιπλέον, η ματ επιφάνεια από πίσσα απορροφά το περιβάλλον φως σε μια αντίφαση απαλότητας-σκληρότητας, συμβάλλοντας έτσι στον ανεξιχνίαστο χαρακτήρα τους. Τελικά, όμως, όπως σε όλα τα έργα του Χατζηπατέρα, παρά την αδιαπέραστη επιφάνεια και το ύψος των συγκεκριμένων γλυπτών, η αίσθηση του μαγικού, του χιούμορ και  μίας γενικής εκκεντρικότητας  επιμένει πάντα να γοητεύει και να σκανδαλίζει το θεατή.

Andrea Gilbert, Κριτικός Τέχνης     

 

back